Ένας συνάνθρωπος μας..ένας ακόμα συνάνθρωπος μας έδωσε προχθές τέλος στη ζωή του με ένα επιδεικτικό τρόπο στην πλατεία συντάγματος για να μας ταρακουνήσει ως σκεπτόμενοι πολίτες που είμαστε σε αυτά που συμβαίνουν. Δεν ήταν μια πράξη δειλίας αλλά μια πράξη ηρωισμού και περηφάνιας. Μια περηφάνια που σαν λαός την κουβαλάμε μέσα στο DNA μας και δεν ανεχόμαστε καμιάς μορφής υποδούλωση είτε αυτή λέγεται σωματική είτε...οικονομική. Όπως οι Σουλιώτισσες αυτοκτόνησαν πηδώντας από το Ζάλογγο για να μην γίνουν δούλες στον Αλή Πασά ή ακόμα πιο πρόσφατα όταν ο Κωνσταντίνος Κουκίδης, απλός φαντάρος, ντύθηκε με την γαλανόλευκη και αυτοκτόνησε πηδώντας από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης όταν οι γερμανοί τον πρόσταξαν να κατεβάσει τη σημαία μας από τον ιστό έτσι και ο "77χρονος συνταξιούχος" όπως τον αποκαλούνε αυτοκτόνησε πλημμυρισμένος από ανθρωπιά και σεβασμό για την αξιοπρέπεια για να μην δει τον εαυτό του να μαζεύει φαγητό από τα σκουπίδια. Μια αξιοπρέπεια που η καταναλωτική μας κοινωνία μας, έχει κάνει την γενιά μας, εννοώ την νεότερη, να την ξεχάσει. Πόσο θυμό μπορεί να βγάζει μια τέτοια κίνηση για το σάπιο πολιτικό μας σύστημα; Πόσο υπεύθυνοι είμαστε εμείς για τις δεκάδες αυτοκτονίες που συνεχίζονται; Ναι υπεύθυνοι! Γιατί έχοντας το δημοκρατικότατο ιερό δικαίωμα της ψήφου να επιλέξουμε αυτούς που θα μας κυβερνήσουν, την ηλιόλουστη εκείνη Κυριακή της κάλπης βιαζόμαστε άρον άρον να ψηφίσουμε προκειμένου να μην χάσουμε έπειτα τον Κυριακάτικο καφέ, χαλαρά σκεπτόμενοι και ψιλοαδιαφορώντας για την επιλογή της ψήφου θυσιάζουμε μια μέρα για τέσσερα χρόνια. Οπότε θυμήσου...οι επόμενες εκλογές είναι ίσως οι σημαντικότερες της μεταπολίτευσης. Σε καμία περίπτωση όμως τα δύο μεγάλα κόμματα δεν είναι λύση. Αν ήθελαν την σωτηρία της χώρας τόσα χρόνια που κυβερνούσαν θα το είχαν κάνει. Έχουν ξοφλήσει. Στην πορεία έχασαν τον σοσιαλιστικό τους χαρακτήρα, αναδεικνύοντας ένα καθαρά χουντικό, γιατί μόνο χούντα μπορεί να λέγεται η διάλυση τόσο ειρηνικών διαδηλώσεων με χημικά. Κλείσε την τηλεόραση την περίοδο των εκλογών. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη προπαγάνδα από τα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης. Θα τα φέρουν όλα στα μέτρα τους και πάλι. Όμως θυμήσου ότι έχει γίνει όλα αυτά τα χρόνια και μη παραπλανηθείς από την προεκλογική πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου ή τη ξαφνική "σκούπα" των μεταναστών. Μετά τις εκλογές όλοι πάλι πίσω θα είναι και ακόμα περισσότεροι. Γιατί αν ξαναβγεί και πάλι ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα τότε το "ΝΑΙ ΣΕ ΟΛΑ" θα πέσει σύννεφο και αυτή τη φορά με την εμπιστοσύνη της ψήφου μας κιόλας και τότε φαντάσου το τι έχει να γίνει. Και τότε ΕΣΥ θα είσαι που θα έχεις βάλει στον κρόταφο το πιστόλι του μελλοντικού αυτόχειρα! Ομολογώ δεν ξέρω κι εγώ τι να ψηφίσω, δεν ξέρω την λύση, αλλά τουλάχιστον ξέρω ποιoι δεν είναι ή λύση. Κι αν γράφω αυτά τα 2-3 λόγια δεν είναι για να ασκήσω πολιτική επηρροή. Καμία σχέση. Είναι γιατί φοβάμαι ότι αν ξαναβγούν πάλι τα ίδια λαμόγια τότε ο επόμενος αυτόχειρας μπορεί να είναι ο πατέρας ή ο παππούς ενός από εμάς οι οποίοι ψυχικά δεν αντέξουν την εξαθλίωση αφού οι περισσότεροι της γενιάς τους έχουν γαλουχηθεί με τα ιδανικά της ανθρώπινης ελευθερίας και αξιοπρέπειας.
Φορτωμένες με καρπό είναι φέτος οι ελιές στη Τήνο και η ώρα της συγκομιδής τους έφτασε. Απ’ ότι ακούγεται θα λειτουργήσει, ίσως και μέσα στην εβδομάδα το νέο ελαιοτριβείο σε κτίριο δίπλα από το τυροκομείο στη περιοχή του Τριποτάμου. Όσοι έχουν ελιές θα γλιτώσουν για φέτος και στο εξής τη ταλαιπωρία να πηγαίνουν στην Άνδρο για να βγάλουν το λάδι. Αξίζει ένα μπράβο σε όσους βοήθησαν να γίνει αυτό το έργο έστω και με μεγάλη καθυστέρηση, που θα εξυπηρετήσει πολλούς από τους συντοπίτες μας και θα ενισχύσει την αγροτική οικονομία (προσθέτοντας την ευκολία σαν κίνητρο).Ειδικά τώρα που η οικονομική κατάσταση στην χώρα έχει προκαλέσει οικονομική συρρίκνωση και η ανάγκη για επιστροφή στην γη είναι επιτακτική καθώς κλέφτες και άχρηστοι μεσάζοντες που για χρόνια ληστρικά κυβερνάνε έφεραν την χώρα δεκαετίες πίσω.
 Κυδώνια από την Σπηλιά Παλαιότερα, (πριν ακόμα αφήσουμε στο έλεος των κατσικιών τα περιβόλια μας γύρω από το χωριό), τέτοια εποχή έβγαιναν τα κυδώνια με τα οποία οι γιαγιάδες και οι παππούδες μας έφτιαχναν το εξαιρετικό γλυκό κυδώνι.
Ακόμα και σήμερα σε μερικές δροσερές περιφέρειες γύρω από τις λαγκαδιές, επιβιώνουν μερικές παλιές ημιάγριες κυδωνιές που εξακολουθούν κάθε χρόνο να κάνουν λίγα και μικρά αλλά εξαιρετικά αρωματικά κυδώνια.
Στο σπίτι μου ευτυχώς σώθηκε μέχρι και σήμερα η μεγάλη ξύστρα απο την οποία θυμάμαι η γιαγιά πέρναγε τα κυδώνια. Όταν τα είχε έτοιμα τα έριχνε στο καπνισμένο τέντζερη που περίμενε στο τζάκι και ανακάτευε για να φτιάξει το γλυκό. Ήταν και αυτό ένα μέρος από τη φθινοπωρινή ιεροτελεστία που μας προετοίμαζε για το χειμώνα.
Έτσι είπαμε φέτος να μαζέψουμε λίγα απ΄ αυτά που έχουν γλυτώσει από τα κατσίκια και να φτιάξουμε στο σπίτι το γλυκό. Τελευταία στιγμή όμως αλλάξαμε γνώμη και αντί για γλυκό του κουταλιού τα φτιάξαμε μαρμελάδα. Η μαρμελάδα είναι εξίσου ωραία αλλά και πιο χρήσιμη για πρωινό. Η συνταγή λοιπόν είναι εύκολη και έχει ως εξής: - Ένα πιάτο ψιλοκομμένα κυδώνια. - Ένα πιάτο ζάχαρη. - Χυμό από ένα λεμόνι. - Δύο κλαδάκια αρμπαρόριζα, ( αν δεν έχουμε βάζουμε δυο βανίλιες).
Ρίχνουμε τα κυδώνια με τη ζάχαρη στη κατσαρόλα και τέσσερα ποτήρια νερό. Στην αρχή έχουμε δυνατή φωτιά και όταν πάρει μια βράση χαμηλώνουμε. Θέλει προσοχή και να ταράζουμε κάθε τόσο γιατί εύκολα μπορεί να μας πιάσει. Μετά από τη πρώτη βράση ρίχνουμε την αρμπαρόριζα και το χυμό από το λεμόνι. Κάθε τόσο βλέπουμε με ένα κουτάλι αν το γλυκό ή η μαρμελάδα έχει δέσει ώστε να την κατεβάσουμε από τη φωτιά. Όταν την κατεβάσουμε και κρυώσει τη βάζουμε σε γυάλινα βαζάκια.
Οκτώβρης και τα χελιδόνια ετοιμάζονται για το νότο σχηματίζοντας φθινοπωρινές σονάτες επάνω στα πεντάγραμμα των στύλων της ΔΕΗ. Αυτές τις μέρες είδαμε με πολύ ανακούφιση και τις πρώτες ποτιστικές βροχές για φέτος. Έτρεξε η λαγκαδιά της Περάστρας νερό, ξεπλύθηκαν από τη σκονιά τα δέντρα και η γης. Η φύση και πάλι λαμποκοπάει, ένας αέρας καθάριος όλος μυρουδιές απλώνεται παντού.
- Καθισμένοι παρέα σε τούτο εδώ το μπαλκόνι πάνω στα περπατιά και χαζεύοντας την φύση και παρατηρώντας τους περιστερώνες απέναντί μας, σκέψεις διάφορες και ανησυχίες και συλλογισμοί στροβιλίζουν στο μυαλό μου αφήνοντας το ούτε να ηρεμήσει, ούτε να απολαύσει την καλοκαιρινή εσπέρα. Κι αν θες, τις σκέψεις μου λόγο μπορώ να κάνω και τους συλλογισμούς μου για αυτούς του περιστερώνες εσύ είτε να τους επικρίνεις είτε να τους επευφημήσεις.
- Πραγματικά είμαι περίεργος να σε ακούσω.
- Τον λόγο μου λοιπόν ξεκινώ χωρίς να χάνω χρόνο λέγοντας σου ότι τούτοι εδώ οι περιστερώνες σαν κομψοτεχνήματα χειροποίητα δεν μοιάζουν;που με μεράκι και σοφία κτίστηκαν και απλώθηκαν ολόθεν πάνω στο νησί χαρίζοντάς του ακόμα περισσότερη ομορφιά από αυτή που έχει;
- Σωστά.
- Και μες στο λευκό τους χρώμα, όσοι από αυτούς ακόμα το τηρούνε, διάσπαρτοι όπως ανέφερα σε όλο νησί, αρμονικά δεν δένουν με την αιγαιοπελαγίτικη ευμορφία;
- Σωστά τα λες.
- Ποιος λοιπόν ο λόγος που αυτοί αφέθηκαν στην μοίρα τους και η μοίρα αυτή δεν είναι τίποτα άλλη από την φθορά τους και τον σταδιακό αφανισμό τους, αφήνοντας τα να ξαναεπιστρέψουν στην αρχική τους μορφή να ξαναγίνουν ένας σωρός από πέτρες όπως από αυτές ορίστηκαν να είναι φτιαγμένοι;
- ……………
- Σε ερωτώ απάντηση εσύ αν μπορείς να δώσεις.
- Άμεση απάντηση σε αυτό που ρωτάς δεν έχω μα μία γνώμη απλή μπορώ να την εκφράσω.
- Η έκφραση της γνώμης που, διαμέσου του λόγου, οδηγεί στο καλύτερο και κυριαρχεί, ονομάζεται σωφροσύνη κι αυτήν νομίζω την κατέχεις.
- Αφού ζητάς την γνώμη μου ευθύς την αναφέρω και σου λέω πιστεύω ότι όσο ακόμα ήταν λειτουργικοί πριν από πολλά χρόνια όταν φτιαχτήκανε και ο κόσμος τους χρησιμοποιούσε γι’αυτό τους φρόντιζε και τους συντηρούσε. Ο λόγος της ύπαρξής τους δηλαδή τους καθιστούσε ζωντανούς. Αφού όμως ο λόγος αυτός εξέλειψε στις μέρες μας, γι’ αυτό αφέθηκαν στην φυσιολογική φθορά τους.
- Κι είναι σωστό και δίκαιο ότι δεν έχει χρήση να αφήνεται στον μαρασμό και την καταστροφή του ενώ ότι έχει χρήση να έχει και αξία; Και ο κόπος των παππούδων μας; που απλά δεν χτίσανε μύρια τους περιστερώνες πάνω στο νησί μας, αντιθέτως με κόπο συλλέγοντας την πέτρα για να τους φτιάξουνε και με καλλιτεχνία και μεράκι τους σκαλίσανε, ωραιοποιώντας τους για να γλυκαίνεται η όραση τους. Δεν θα έπρεπε γι’αυτό εμείς να τους διατηρήσουμε;
- Σωστά εσύ τα αναφέρεις μα για να συντηρηθούνε χρειάζονται χρήματα και επειδή οι περισσότεροι ανήκουν σε ιδιώτες μήτε ο ιδιώτης δύναται οικονομικά να τον συντηρήσει μήτε ο δήμος του λαού προτίθεται να διαθέσει χρήματα για κάτι που να ξαναλειτουργήσει δεν μπορεί.
- Γνώμη βιαστική εσύ έδωκες συλλογίζοντας τα πράγματα ρηχά και ευθύς τούτο έχω να σου πω. Υπήρχαν πρόγονοί μας πριν από πάρα πολλά χρόνια που εξυμνούσαν το κάλλος, φτιάχνοντας περίτρανα αγάλματα και κοσμούσαν τους δρόμους και κατασκευάζανε σιντριβάνια και κρήνες με διακοσμητικά ανάγλυφα και κοσμούσαν τις πλατείες τους και στις κολώνες από τους ναούς τους στο πάνω μέρος τους σκαλίζανε μαρμάρινους ακάνθους. Όλα αυτά χωρίς καμιά λειτουργικότητα απλά για να εξυμνήσουν την φιλοκαλία ορμώμενοι από τα ιδανικά τους ότι μέγιστη αξία έχει η ψυχική ανάταση και βελτίωση του ανθρώπου. Αυτά τα ιδανικά περάσανε από γενιά σε γενιά και στους παππούδες μας οι οποίοι δεν φτιάχνανε τούτους εδώ τους περιστερώνες απλά κτίσματα αλλά κτιστά πλινθοκεντήματα και βάζοντας όλη την μαστοριά τους όχι μόνο σ’αυτά αλλά και στους μύλους και στα ξωκλήσια τους με αρχή πάντα το μέτρο και όχι την επιβλητικότητα, όπως οι αρχαίοι πρόγονοί μας,τείνανε και αυτοί με την σειρά τους προς την δικιά τους ψυχική υπέρταση και πνευματική αγαλλίαση.
- Συμμερίζομαι βαθιά τα όσα λες.
- Κι αν όπως το είπες εσύ, πρόβλημα φαίνεται να είναι το οικονομικό τότε γι’αυτό υπάρχει λύση. Αν ο ιδιοκτήτης αδυναμία οικονομική επικαλεστεί για την συντήρησή του τότε ο δήμος του λαού σε πρόγραμμα πολυετές να τους εντάξει και για χρόνια δέκα ή είκοσι ή τριάντα, λεφτά να δίνει σε μαστόρους για να τους ξαναφτιάχνουν. Κι αν πάλι τα χρήματα είναι πολλά και ο δήμος αδυναμεί να τα διαθέσει, λιγότερα ας δίνει μόνο για τα υλικά και σε αγγαρειές οι άνθρωποι πάλι να δουλέψουν. Τον ένα χρόνο εργασία εθελοντική για πέντε περιστερώνες στου ενός, τον άλλο χρόνο πάλι άλλοι πέντε για τον άλλο.
- Καλά τα λες μα σε αγγαρειές ο κόσμος για να μπει πρέπει πρώτιστα την φιλοκαλία μέσα του βαθιά να την ριζώσει και να μην αφήσει το συμφέρον και την ιδιοτέλεια να την καλύψει οσάν τα αγριόχορτα και τις τσουκνίδες που βγαίνουν και καλύπτουν το χωράφι. Μα σκάλισμα συνέχεια με τη τσάπα θέλει να διατηρηθεί το χωράφι καθαρό όπως κάναν οι παππούδες μας για να αποδώσει καρπό. Τέτοιο τσάπισμα θέλει συνέχεια και η ψυχή μας.
- Ορθά συλλογιέσαι. Κι αν λαός και δήμος βρούνε την χρυσή τομή και κάθε χρόνο λίγοι περιστερώνες αναπαλαιώνονται, τότε σε αυτά τα είκοσι τριάντα χρόνια ολόλευκοι ξανά θα ορθώνονται μυριάδες όπως είναι πάνω στο νησί σαν λευκοί κρίνοι στου νησιού το περιβόλι. Τέτοια θα είναι η ομορφιά τους. Και δέος και θαυμασμό θα προκαλούν σε όσους έρχονται στο νησί αλλά και στους κατοίκους τους ίδιους. Γιατί αυτά είναι τα ΑΓΑΛΜΑΤΑ ΜΑΣ και πρέπει να τα φυλάξουμε. Όχι μαρμάρινα όπως τα φτιάχνανε στα αρχαία χρόνια. Ετούτα εδώ είναι πέτρινα. Με μόχθο και μαεστρία κτισμένα. Μοναδικά σε όλο τον κόσμο, φυτρωμένα μόνο στο κυκλαδίτικο τοπίο. Αυτά είναι τα ΑΓΑΛΜΑΤΑ ΜΑΣ που πρέπει να δουν και τα παιδιά μας αλλιώς αν καταστραφούν άλλα στον κόσμο παρόμοια δεν θα ξαναγεννηθούν. Γι’ αυτό πρέπει να τα φυλάξουμε όσα χρόνια και ας μας πάρει.
Αναπολώ την Κολυμπήθρα πριν το ’93-’94. Τότε είναι που αρχίζω την αναζήτηση μιας τέτοιας ηρεμίας, σαν εκείνης δίπλα στην θάλασσα στο καταλάγιασμα των μελτεμιών…
Εκεί είναι απίθανο να την βρεις πια. Ίσως μόνο πολύ νωρίς το πρωί. Μα και πάλι ο «εκσυγχρονισμός» της παραλίας δεν σε αφήνει να νιώσεις…
Είναι τέτοιες στιγμές που ξεκινά η ελάχιστη οδύσσεια προς ένα βράχο, μια μικρή αμμουδιά που στο μάτι να αγγίζει την θάλασσα χωρίς να μεσολαβεί τίποτε το ανθρώπινο…
Κάπως έτσι καταλήγω στο Μαντροκκλήσι. Οι ντόπιοι ξέρουν που βρίσκεται. Δεν έχει τίποτε το ιδιαίτερο που ν’ αξίζει όσο οι ξαπλώστρες…(!).
Εκτός βέβαια από το πράσινο χρώμα των νερών του. Εκτός από τα θυμάρια που ανθίζουν μια ουριά από το φλοίσβο. Εκτός από την δροσιά του μετά το μεσημέρι. Εκτός από την διαύγεια μέχρι το βυθό του. Εκτός από την μοναξιά της θάλασσας που συντροφεύει. Εκτός… Εκτός… Εκτός…
Κι εκτός από τα εκτός του που να κλείνεις τα μάτια μετά από μέρες και να μηρυκάζεις τον ήλιο και θάλασσα του!
Δεν στάθηκε τυχαία εκεί που ο μπάρμπα-Τζώρτζης ξεφορτώνει τον ακούραστο γάιδαρό του! Κοντοστάθηκα. Τα χρώματά του με ξάφνιασαν: Τα άκρα του κοκκίνιζαν, όπως και η δίφυλλη πόρτα του κατωγιού! Τα απλώνει στο ασβεστωμένο περπατί και περιμένει τον ενοχλητικό περαστικό να βαρεθεί για να συνεχίσει το δρόμο του. Με αγνοεί. Ονειρεύεται! Έχει λόγο που κάθεται εκεί: Του αρέσει να βλέπει τα γαϊδουράκια και απ' όλες τις θέσεις στο χωριό αυτή είναι η καλύτερη! Θεωρείο σε σκηνή που καθημερινά ανεβαίνει η πιο εντυπωσιακή λιτή παράσταση με τρεις πράξεις: Πράξη πρώτη: Η αναχώρηση - Νωρίς το πρωί. Λίγο φως, πολλές σκιές, ζωή. Κατεβαίνοντας προσεκτικά την κατηφόρα από το σπίτι. Πράξη δεύτερη: Η επιστροφή - Λίγο πριν η καμπάνα σημάνει το "άντζελους". Πολύ φως, μικρές σκιές, ζωή. Ξεπεζεύοντας και αρχινώντας το ξεφόρτωμα απ' τα καλούδια που έστειλε ο κόπος. Πράξη Τρίτη: Η αναμονή - Απόγευμα. Φως από χρώματα, σκιές από κόκκινο, ζωή από όνειρο. Μονόλογος ενός θεατή που ονειρεύεται τη ζωή! Με αγνοεί και ονειρεύεται!
Αναρωτήθηκα αν η ίδια κατάσταση επικρατεί στον Αρνάδο ή στα Ιστέρνια. Μα τι τρελή σκέψη...; αφού μόνο στα "Κάτα Μέρ'" επιτρέπονται αυτά! Το φωνάζουν στα καφενεία όλου του νησιού: "Οι τελευταίοι απ' ούλ' είν' οι Κωμτιανοί και οι Κελλιανοί..." Και για τον Αρνάδο ας μην γράφω γιατί δεν έχω δει τελευταία, αλλά στα Ιστέρνια πέρα από την ανάγκη για ένα βαψιματάκι δεν θυμάμαι να είδα τέτοιο χάλι στο αντίστοιχο κτίριο του ΟΤΕ περνώντας πριν κανένα μήνα. Εμείς πάλι, λόγω υπερβολικής δραστηριότητας βέβαια, δεν προλαβαίνουμε να στέλνουμε με φορτηγά τα καλώδια. Είναι και ο μπάρμπα-Τζουάννες που ήθελε να φτάσουν οι οπτικές ίνες στην Αγιά και ο Γέρο-Κουτάκιας που έκανε αίτηση για ενσύρματη δικτύωση στον Καρελάδο! Ίσως πάλι, να πρόκειται για κάποιο μουσείο ιστορίας επικοινωνιών που ετοιμάζεται στις Κοπανίστρες. Ή ακόμη πιο ευφάνταστο το ενδεχόμενο δημιουργίας μουσείου αφηρημένης σαβούρας. Απ' την άλλη, όλο παράπονα κάνουμε και γινόμαστε πολύ απαιτητικοί: Μας κάνουν γιορτή αγκινάρας, τώρα θα μας κάνουν και περιφερειακό ακούγεται... Θέλουμε και μια υποτυπώδη καθαριότητα... Ακούς εκεί θράσος; ΥΓ1: Φανταστείτε το θράσος μου, που τις προάλλες το συζήταγα σε παρέα, αλλά βρέθηκε κάποιος σοβαρός και με έβαλε σε τάξη: "Όλο τους ριγμένους κάνετε, και στα άλλα ΟΤΕ κάπως έτσι γίνεται κατά καιρούς." Ότι δηλαδή πρέπει να είναι αχούρι ντε και καλά παντού! Τέτοια θεωρούμε δεδομένα σε αυτό τον τόπο. ΥΓ2: Ευτυχώς που οι χωριανοί αντιπρόσωποι μπαίνουν από την Κάτω είσοδο του χωριού και δεν τα βλέπουν αυτά γιατί διαφορετικά θα αναρωτιόμουν προς τι η τόση αδιαφορία;;;
Οι αναβαθμίδες δεν κατασκευάστηκαν από καλαισθησία παρόλο που η αισθητική τους είναι εντυπωσιακή. Για πολλά χρόνια οι ντόπιοι έσπερναν για να φτιάξουν το αλεύρι αλλά και για τροφή για τα ζώα. Πάνω στα βουνά, εκεί που το νερό δεν περίσσευε,πολλές φορές καλλιεργούνταν και τα όσπρια για τον επόμενο χειμώνα. Ειδικά για τα Μοναστήρια ξέρουμε πως όλη η περιοχή ήταν φυτεμένη με όσπρια, ίσως επειδή το κλίμα ήταν καταλληλότερο από αλλού.
Τα ρεβύθια φυτεύονται τον Μάρτιο. Οι παλιοί φρόντιζαν μέχρι του Άη Ιωσήφ στις 19 Μαρτίου πρέπει να τα έχουν σπείρει. Πριν το φύτεμα θέλει το χωράφι 2-3 φορές όργωμα.Αυτό γίνεται τον Φεβρουάριο, αρχές κιόλας μάλιστα, γιατί όπως έλεγαν οι παλιοί:«πήρες το κεράκι (της υπαπαντής) πιάσε και το αλλετράκι». Πότισμα δεν χρειάζονται όταν φυτευτούν, απλά μετά από ένα μήνα, που θα έχουν βγει χόρτα, πρέπει να καθαριστούν και να σκαφτούν. Τον Ιούλιο μαζεύονται όταν τα φυτά έχουν γίνει περίπου ένα μέτρο πια. Κατόπιν, ξερά θρυμματίζονται με κανένα ξύλο ή πατώντας τα. Παλαιότερα, που υπήρχε ποσότητα, τα αλώνιζαν στο αλώνι με τα ζώα και για να μην τα χαλάσουν τα ρεβύθια οι αγελάδες, έβαζαν κάτω μέσα στο αλώνι άχυρα. Σήμερα, που πια δεν καλλιεργούνται μεγάλες ποσότητες, άμα έχει αέρα τα πετάς στον αέρα με ένα φτυάρι και φεύγουν τα φύλλα,ενώ πέφτει κάτω ο καρπός όπως και το «αλλίχνισμα». Το «στοδρύμους» ή κάπως έτσι, είναι το χοντρό κόσκινο που χρησιμοποιούσαν για να φεύγουν τα φύλλα και ξεχωρίζονται τα ρεβύθια. Με τον ίδιο τρόπο μαζεύονται και τα φασόλια αλλά και τα κουκιά. Με τα τελευταία οι ντόπιοι φτιάχνουν μια πεντανόστιμη ομελέτα την λεγόμενη και «κούκο» στην οποία πρόσθεταν «ντέμα» δηλαδή σύγγλινο. Το όνομα πλέον έχει περάσει και στην ομελέτα που γίνεται με κολοκύθι.
Ευχαριστούμε τον Μανώλη και τον Γιακουμή για τις πληροφορίες και την παρουσίαση της διαδικασίας. Πατήστε εδώ για να δείτε φωτογραφίες.
Οι σπάρτοι όλο αυτό το καιρό στόλισαν και με το παραπάνω τις άκρες των δρόμων και τις βουνοπλαγιές. Πολλές φορές όταν περνάς με το αυτοκίνητο στον αμαξωτό, κοντά στη Ξυνάρα μπαίνει από το παράθυρο το μεθυστικό άρωμα τους. Απο τότε που διάβασα ένα βιβλίο για τη ζωή του μεγάλου ζωγράφου Νικόλα Γύζη απο το Σκλαβοχωριό, όποτε βλέπω αυτά τα ανθεκτικά φυτά του τόπου μας μου έρχονται στο νου τα λόγια του από τη Γερμανία που ξενιτεμένος νοσταλγούσε τη πατρίδα του και το χωριό του: "εγώ δε θα ήθελα τίποτε άλλο παρά να βρισκόμουν εις το χωριόν μου το Σκαλαβοχωριό, και να ξαναμυρίσω τα σπάρτα που φύονται στις άκρες των δρόμων", έλεγε περίπου. Και μέσα απο αυτές τις δυο λέξεις καταλαβαίνεις πόση λαχτάρα και πόση αγάπη είχε ο ξενιτεμένος Γυζης για το τόπο του. Νοιώθεις την ένταση και το καημό της ξενιτιάς, το πόθο του να ξανανασάνει το ντηνιακό αέρα.
Μια θεία μου, χρόνια κι αυτή ξενιτεμένη στη λατινική Αμερική μας έγραφε κάποιες φορές: τίποτε δεν θα ήθελα παρά να μπορούσα για λίγο να ξαναβρεθώ στο πατρικό μου σπίτι και να πλαγιάσω στο καναπέ, δίπλα στο βορινό παράθυρο το καλοκαίρι που ο δροσερός αέρας έμπαινε στη σάλα. Άνθρωποι πονεμένοι, που η ξενιτιά τους έμαθε τη πραγματική αξία του τόπου τους. Ο καθαρός Βοριάς και μια χούφτα βότανα και αγριολούλουδα από τα ασκητικά χώματα του νησιού μας. Αυτός είναι ο πλούτος μας και είναι το ίδιο διαθέσιμος για όλους μας αρκεί να έχουμε το χρόνο και την ευαισθησία που είχαν και οι παλαιότεροι να τον απολαύσουμε. ..και σήμερα ακόμα μια ευαισθησία επιπλέον να τον προστατεύσουμε από τη κακογουστιά, τα περιττά και φλύαρα στολίδια, τους μεγαλοεργολάβους, και όσους έχουν αναλάβει με στόμφο τον εξωραϊσμό του.
|